υπερχειλίζω
•
- ξεχειλίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερχειλίζω < μεσαιωνική ελληνική υπερχειλώ + -ίζω < (ελληνιστική κοινή) < ὑπέρ + αρχαία ελληνική χεῖλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπερχειλίζω | υπερχειλίζεις | υπερχειλίζει | υπερχειλίζουμε | υπερχειλίζετε | υπερχειλίζουν / υπερχειλίζουνε |
| Παρατατικός | υπερχείλιζα | υπερχείλιζες | υπερχείλιζε | υπερχειλίζαμε | υπερχειλίζατε | υπερχείλιζαν / υπερχειλίζαν / υπερχειλίζανε |
| Αόριστος | υπερχείλισα | υπερχείλισες | υπερχείλισε | υπερχειλίσαμε | υπερχειλίσατε | υπερχείλισαν / υπερχειλίσαν / υπερχειλίσανε |
| Μέλλοντας | θα υπερχειλίζω / θα υπερχειλίσω | θα υπερχειλίζεις / θα υπερχειλίσεις | θα υπερχειλίζει / θα υπερχειλίσει | θα υπερχειλίζουμε / θα υπερχειλίσουμε | θα υπερχειλίζετε / θα υπερχειλίσετε | θα υπερχειλίζουν / θα υπερχειλίζουνε / θα υπερχειλίσουν / θα υπερχειλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπερχειλίσει | έχεις υπερχειλίσει | έχει υπερχειλίσει | έχουμε υπερχειλίσει | έχετε υπερχειλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπερχειλίσει | είχες υπερχειλίσει | είχε υπερχειλίσει | είχαμε υπερχειλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπερχειλίσει / να υπερχειλίζω / να υπερχειλίσω | να έχεις υπερχειλίσει / να υπερχειλίζεις / να υπερχειλίσεις | να έχει υπερχειλίσει / να υπερχειλίζει / να υπερχειλίσει | να έχουμε υπερχειλίσει / να υπερχειλίζουμε / να υπερχειλίσουμε | να έχετε υπερχειλίσει / να υπερχειλίζετε / να υπερχειλίσετε | να υπερχειλίζουν / να υπερχειλίζουνε / να υπερχειλίσουν / να υπερχειλίσουνε |
| Προστακτική | — | υπερχείλιζε / υπερχείλισε | — | — | υπερχειλίζετε / υπερχειλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →