Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερχειλίζω

ρήμα
•
  1. ξεχειλίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερχειλίζω < μεσαιωνική ελληνική υπερχειλώ + -ίζω < (ελληνιστική κοινή) < ὑπέρ + αρχαία ελληνική χεῖλος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυπερχειλίζωυπερχειλίζειςυπερχειλίζειυπερχειλίζουμευπερχειλίζετευπερχειλίζουν / υπερχειλίζουνε
Παρατατικόςυπερχείλιζαυπερχείλιζεςυπερχείλιζευπερχειλίζαμευπερχειλίζατευπερχείλιζαν / υπερχειλίζαν / υπερχειλίζανε
Αόριστοςυπερχείλισαυπερχείλισεςυπερχείλισευπερχειλίσαμευπερχειλίσατευπερχείλισαν / υπερχειλίσαν / υπερχειλίσανε
Μέλλονταςθα υπερχειλίζω / θα υπερχειλίσωθα υπερχειλίζεις / θα υπερχειλίσειςθα υπερχειλίζει / θα υπερχειλίσειθα υπερχειλίζουμε / θα υπερχειλίσουμεθα υπερχειλίζετε / θα υπερχειλίσετεθα υπερχειλίζουν / θα υπερχειλίζουνε / θα υπερχειλίσουν / θα υπερχειλίσουνε
Παρακείμενοςέχω υπερχειλίσειέχεις υπερχειλίσειέχει υπερχειλίσειέχουμε υπερχειλίσειέχετε υπερχειλίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα υπερχειλίσειείχες υπερχειλίσειείχε υπερχειλίσειείχαμε υπερχειλίσει——
Υποτακτικήνα έχω υπερχειλίσει / να υπερχειλίζω / να υπερχειλίσωνα έχεις υπερχειλίσει / να υπερχειλίζεις / να υπερχειλίσειςνα έχει υπερχειλίσει / να υπερχειλίζει / να υπερχειλίσεινα έχουμε υπερχειλίσει / να υπερχειλίζουμε / να υπερχειλίσουμενα έχετε υπερχειλίσει / να υπερχειλίζετε / να υπερχειλίσετενα υπερχειλίζουν / να υπερχειλίζουνε / να υπερχειλίσουν / να υπερχειλίσουνε
Προστακτική—υπερχείλιζε / υπερχείλισε——υπερχειλίζετε / υπερχειλίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →