υπερχρεώνω
•
- χρεώνω υπερβολικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερχρεώνω < υπερ- + χρεώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπερχρεώνω | υπερχρεώνεις | υπερχρεώνει | υπερχρεώνουμε | υπερχρεώνετε | υπερχρεώνουν / υπερχρεώνουνε |
| Παρατατικός | υπερχρέωνα | υπερχρέωνες | υπερχρέωνε | υπερχρεώναμε | υπερχρεώνατε | υπερχρέωναν / υπερχρεώναν / υπερχρεώνανε |
| Αόριστος | υπερχρέωσα | υπερχρέωσες | υπερχρέωσε | υπερχρεώσαμε | υπερχρεώσατε | υπερχρέωσαν / υπερχρεώσαν / υπερχρεώσανε |
| Μέλλοντας | θα υπερχρεώνω / θα υπερχρεώσω | θα υπερχρεώνεις / θα υπερχρεώσεις | θα υπερχρεώνει / θα υπερχρεώσει | θα υπερχρεώνουμε / θα υπερχρεώσουμε | θα υπερχρεώνετε / θα υπερχρεώσετε | θα υπερχρεώνουν / θα υπερχρεώνουνε / θα υπερχρεώσουν / θα υπερχρεώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπερχρεώσει | έχεις υπερχρεώσει | έχει υπερχρεώσει | έχουμε υπερχρεώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπερχρεώσει | είχες υπερχρεώσει | είχε υπερχρεώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπερχρεώσει / να υπερχρεώνω / να υπερχρεώσω | να έχεις υπερχρεώσει / να υπερχρεώνεις / να υπερχρεώσεις | να έχει υπερχρεώσει / να υπερχρεώνει / να υπερχρεώσει | να έχουμε υπερχρεώσει / να υπερχρεώνουμε / να υπερχρεώσουμε | να υπερχρεώνετε / να υπερχρεώσετε | να υπερχρεώνουν / να υπερχρεώνουνε / να υπερχρεώσουν / να υπερχρεώσουνε |
| Προστακτική | — | υπερχρέωνε / υπερχρέωσε | — | — | υπερχρεώνετε / υπερχρεώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
υπερχρεώθηκαυπερχρεώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →