Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερχρονίζω

ρήμα
•
  1. λόγιοκαθυστερώ πολύ Βικιλεξικό
  2. πληροφορικήδιενεργώ υπερχρονισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερχρονίζω < ελληνιστική κοινή ὑπερχρονίζω < αρχαία ελληνική ὑπέρ + χρονίζω < χρόνος ((πληροφορική): (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική overclock)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυπερχρονίζωυπερχρονίζειςυπερχρονίζειυπερχρονίζουμευπερχρονίζετευπερχρονίζουν / υπερχρονίζουνε
Παρατατικόςυπερχρόνιζαυπερχρόνιζεςυπερχρόνιζευπερχρονίζαμευπερχρονίζατευπερχρονίζαν / υπερχρονίζανε / υπερχρόνιζαν
Αόριστοςυπερχρόνισαυπερχρόνισεςυπερχρόνισευπερχρονίσαμευπερχρονίσατευπερχρονίσαν / υπερχρονίσανε / υπερχρόνισαν
Μέλλονταςθα υπερχρονίζω / θα υπερχρονίσωθα υπερχρονίζεις / θα υπερχρονίσειςθα υπερχρονίζει / θα υπερχρονίσειθα υπερχρονίζουμε / θα υπερχρονίσουμεθα υπερχρονίζετε / θα υπερχρονίσετεθα υπερχρονίζουν / θα υπερχρονίζουνε / θα υπερχρονίσουν / θα υπερχρονίσουνε
Παρακείμενοςέχω υπερχρονίσειέχεις υπερχρονίσειέχει υπερχρονίσειέχουμε υπερχρονίσειέχετε υπερχρονίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα υπερχρονίσειείχες υπερχρονίσειείχε υπερχρονίσειείχαμε υπερχρονίσει——
Υποτακτικήνα έχω υπερχρονίσει / να υπερχρονίζω / να υπερχρονίσωνα έχεις υπερχρονίσει / να υπερχρονίζεις / να υπερχρονίσειςνα έχει υπερχρονίσει / να υπερχρονίζει / να υπερχρονίσεινα έχουμε υπερχρονίσει / να υπερχρονίζουμε / να υπερχρονίσουμενα έχετε υπερχρονίσει / να υπερχρονίζετε / να υπερχρονίσετενα υπερχρονίζουν / να υπερχρονίζουνε / να υπερχρονίσουν / να υπερχρονίσουνε
Προστακτική—υπερχρόνιζε / υπερχρόνισε——υπερχρονίζετε / υπερχρονίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →