υπερχρονίζω
•
- λόγιοκαθυστερώ πολύ Βικιλεξικό
- πληροφορικήδιενεργώ υπερχρονισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερχρονίζω < ελληνιστική κοινή ὑπερχρονίζω < αρχαία ελληνική ὑπέρ + χρονίζω < χρόνος ((πληροφορική): (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική overclock)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπερχρονίζω | υπερχρονίζεις | υπερχρονίζει | υπερχρονίζουμε | υπερχρονίζετε | υπερχρονίζουν / υπερχρονίζουνε |
| Παρατατικός | υπερχρόνιζα | υπερχρόνιζες | υπερχρόνιζε | υπερχρονίζαμε | υπερχρονίζατε | υπερχρονίζαν / υπερχρονίζανε / υπερχρόνιζαν |
| Αόριστος | υπερχρόνισα | υπερχρόνισες | υπερχρόνισε | υπερχρονίσαμε | υπερχρονίσατε | υπερχρονίσαν / υπερχρονίσανε / υπερχρόνισαν |
| Μέλλοντας | θα υπερχρονίζω / θα υπερχρονίσω | θα υπερχρονίζεις / θα υπερχρονίσεις | θα υπερχρονίζει / θα υπερχρονίσει | θα υπερχρονίζουμε / θα υπερχρονίσουμε | θα υπερχρονίζετε / θα υπερχρονίσετε | θα υπερχρονίζουν / θα υπερχρονίζουνε / θα υπερχρονίσουν / θα υπερχρονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπερχρονίσει | έχεις υπερχρονίσει | έχει υπερχρονίσει | έχουμε υπερχρονίσει | έχετε υπερχρονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπερχρονίσει | είχες υπερχρονίσει | είχε υπερχρονίσει | είχαμε υπερχρονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπερχρονίσει / να υπερχρονίζω / να υπερχρονίσω | να έχεις υπερχρονίσει / να υπερχρονίζεις / να υπερχρονίσεις | να έχει υπερχρονίσει / να υπερχρονίζει / να υπερχρονίσει | να έχουμε υπερχρονίσει / να υπερχρονίζουμε / να υπερχρονίσουμε | να έχετε υπερχρονίσει / να υπερχρονίζετε / να υπερχρονίσετε | να υπερχρονίζουν / να υπερχρονίζουνε / να υπερχρονίσουν / να υπερχρονίσουνε |
| Προστακτική | — | υπερχρόνιζε / υπερχρόνισε | — | — | υπερχρονίζετε / υπερχρονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →