υπερψηφίζω
•
- δίνω θετική ψήφο ψηφίζοντας υπέρ μιας πρότασης Βικιλεξικό
- Το εργασιακό νομοσχέδιο υπερψηφίστηκε στη Βουλή, με 158 ψήφους.
Ετυμολογία
υπερψηφίζω < υπερ- + ψηφίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπερψηφίζω | υπερψηφίζεις | υπερψηφίζει | υπερψηφίζουμε | υπερψηφίζετε | υπερψηφίζουν / υπερψηφίζουνε |
| Παρατατικός | υπερψήφιζα | υπερψήφιζες | υπερψήφιζε | υπερψηφίζαμε | υπερψηφίζατε | υπερψήφιζαν / υπερψηφίζαν / υπερψηφίζανε |
| Αόριστος | υπερψήφισα | υπερψήφισες | υπερψήφισε | υπερψηφίσαμε | υπερψηφίσατε | υπερψήφισαν / υπερψηφίσαν / υπερψηφίσανε |
| Μέλλοντας | θα υπερψηφίζω / θα υπερψηφίσω | θα υπερψηφίζεις / θα υπερψηφίσεις | θα υπερψηφίζει / θα υπερψηφίσει | θα υπερψηφίζουμε / θα υπερψηφίσουμε | θα υπερψηφίζετε / θα υπερψηφίσετε | θα υπερψηφίζουν / θα υπερψηφίζουνε / θα υπερψηφίσουν / θα υπερψηφίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπερψηφίσει | έχεις υπερψηφίσει | έχει υπερψηφίσει | έχουμε υπερψηφίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπερψηφίσει | είχες υπερψηφίσει | είχε υπερψηφίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπερψηφίσει / να υπερψηφίζω / να υπερψηφίσω | να έχεις υπερψηφίσει / να υπερψηφίζεις / να υπερψηφίσεις | να έχει υπερψηφίσει / να υπερψηφίζει / να υπερψηφίσει | να έχουμε υπερψηφίσει / να υπερψηφίζουμε / να υπερψηφίσουμε | να υπερψηφίζετε / να υπερψηφίσετε | να υπερψηφίζουν / να υπερψηφίζουνε / να υπερψηφίσουν / να υπερψηφίσουνε |
| Προστακτική | — | υπερψήφιζε / υπερψήφισε | — | — | υπερψηφίζετε / υπερψηφίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
υπερψηφίστηκαυπερψηφίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →