Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερώνυμο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γλωσσολογίαευρύτερος όρος, δηλαδή μία έννοια περισσότερο γενική από μία άλλη Βικιλεξικό
    • Η λέξη/έννοια αυτοκίνητο είναι/αποτελεί υπερώνυμο της λέξης ασθενοφόρο
    • Η λέξη/έννοια έντομο είναι/αποτελεί υπερώνυμο της λέξης μέλισσα

Ετυμολογία

υπερώνυμο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hypernym < αρχαία ελληνική ὑπέρ + αρχαία ελληνική ὄνυμα (=ὄνομα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπερώνυμουπερώνυμα
Γενικήυπερώνυμουυπερώνυμων
Αιτιατικήυπερώνυμουπερώνυμα
Κλητικήυπερώνυμουπερώνυμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →