υπευθυνότητα
•
- το να είναι κάποιος υπεύθυνος, η ιδιότητα του ανθρώπου που διακατέχεται από το αίσθημα της ευθύνης και η στάση που επιβάλλει αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπευθυνότητα < υπεύθυνος + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπευθυνότητα | υπευθυνότητες |
| Γενική | υπευθυνότητας | υπευθυνοτήτων |
| Αιτιατική | υπευθυνότητα | υπευθυνότητες |
| Κλητική | υπευθυνότητα | υπευθυνότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →