Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπηρετικώς

επίρρημα
•
  1. λόγιουπηρετικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπηρετικώς < υπηρετικός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →