υπηρετριάκι
•
- υποκοριστικό του υπηρέτρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπηρετριάκι < υπηρέτρια + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπηρετριάκι | υπηρετριάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | υπηρετριάκι | υπηρετριάκια |
| Κλητική | υπηρετριάκι | υπηρετριάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →