Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπηρετριούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποκοριστικό του υπηρέτρια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπηρετριούλα < υπηρέτρια + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπηρετριούλαυπηρετριούλες
Γενικήυπηρετριούλας—
Αιτιατικήυπηρετριούλαυπηρετριούλες
Κλητικήυπηρετριούλαυπηρετριούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →