Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπναράς

/i.pnaˈɾas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που είναι υπναράς Βικιλεξικό
    • μεγάλος υπναράς αυτός, κοιμόταν κατά την όλη διάρκεια της παρουσίασης

Ετυμολογία

υπναράς < ύπν(ος) + -αράς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπναράςυπναράδες
Γενικήυπναράυπναράδων
Αιτιατικήυπναράυπναράδες
Κλητικήυπναράυπναράδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

υπναράς

/i.pnaˈɾas/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που του αρέσει πάρα πολύ ο ύπνος και κοιμάται πολλή ώρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπναράς < ύπν(ος) + -αράς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπναράςυπναρούυπναράδικο
Γενικήυπναράυπναρούςυπναράδικου
Αιτιατικήυπναράυπναρούυπναράδικο
Κλητικήυπναράυπναρούυπναράδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπναράδεςυπναρούδεςυπναράδικα
Γενικήυπναράδωνυπναρούδωνυπναράδικων
Αιτιατικήυπναράδεςυπναρούδεςυπναράδικα
Κλητικήυπναράδεςυπναρούδεςυπναράδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →