υπναρού
•
- θηλυκό του υπναράς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπναρού < υπναρ(άς) + κατάληξη θηλυκού -ού
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπναρού | υπναρούδες |
| Γενική | υπναρούς | υπναρούδων |
| Αιτιατική | υπναρού | υπναρούδες |
| Κλητική | υπναρού | υπναρούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →