Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπνικός

/i.pniˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον ύπνο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπνικός < αρχαία ελληνική ὑπνικός < ὕπνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπνικόςυπνικήυπνικό
Γενικήυπνικούυπνικήςυπνικού
Αιτιατικήυπνικόυπνικήυπνικό
Κλητικήυπνικέυπνικήυπνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπνικοίυπνικέςυπνικά
Γενικήυπνικώνυπνικώνυπνικών
Αιτιατικήυπνικούςυπνικέςυπνικά
Κλητικήυπνικοίυπνικέςυπνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →