υπνωτήριο
•
- ο κλειστός χώρος, συνήθως σε ίδρυμα, όπου μπορούν άτομα χωρίς οικονομικά μέσα και χωρίς στέγη να κοιμούνται τα βράδια Βικιλεξικό
- ο κλειστός χώρος όπου κοιμούνται μαζί στρατιώτες, κρατούμενοι, κλπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπνωτήριο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπνωτήριο | υπνωτήρια |
| Γενική | υπνωτήριου / υπνωτηρίου | υπνωτηρίων |
| Αιτιατική | υπνωτήριο | υπνωτήρια |
| Κλητική | υπνωτήριο | υπνωτήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →