Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπνωτίζομαι

ρήμα
•
  1. παθητική φωνή του ρήματος υπνωτίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυπνωτίζομαιυπνωτίζεσαιυπνωτίζεταιυπνωτιζόμαστευπνωτίζεστευπνωτίζονται
Παρατατικόςυπνωτιζόμουν / υπνωτιζόμουναυπνωτιζόσουν / υπνωτιζόσουναυπνωτιζόταν / υπνωτιζότανευπνωτιζόμασταν / υπνωτιζόμαστευπνωτιζόσασταν / υπνωτιζόσαστευπνωτίζονταν / υπνωτιζόντουσαν
Αόριστοςυπνωτίστηκαυπνωτίστηκεςυπνωτίστηκευπνωτιστήκαμευπνωτιστήκατευπνωτίστηκαν / υπνωτιστήκαν / υπνωτιστήκανε
Μέλλονταςθα υπνωτίζομαι / θα υπνωτιστώθα υπνωτίζεσαι / θα υπνωτιστείςθα υπνωτίζεται / θα υπνωτιστείθα υπνωτιζόμαστε / θα υπνωτιστούμεθα υπνωτίζεστε / θα υπνωτιστείτεθα υπνωτίζονται / θα υπνωτιστούν / θα υπνωτιστούνε
Παρακείμενοςέχω υπνωτιστείέχεις υπνωτιστείέχει υπνωτιστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα υπνωτιστείείχες υπνωτιστείείχε υπνωτιστεί———
Υποτακτικήνα έχω υπνωτιστεί / να υπνωτίζομαι / να υπνωτιστώνα έχεις υπνωτιστεί / να υπνωτίζεσαι / να υπνωτιστείςνα έχει υπνωτιστεί / να υπνωτίζεται / να υπνωτιστείνα υπνωτιζόμαστε / να υπνωτιστούμενα υπνωτίζεστε / να υπνωτιστείτενα υπνωτίζονται / να υπνωτιστούν / να υπνωτιστούνε
Προστακτική—υπνωτίζου / υπνωτίσου——υπνωτίζεστε / υπνωτιστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →