υπνωτίζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος υπνωτίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπνωτίζομαι | υπνωτίζεσαι | υπνωτίζεται | υπνωτιζόμαστε | υπνωτίζεστε | υπνωτίζονται |
| Παρατατικός | υπνωτιζόμουν / υπνωτιζόμουνα | υπνωτιζόσουν / υπνωτιζόσουνα | υπνωτιζόταν / υπνωτιζότανε | υπνωτιζόμασταν / υπνωτιζόμαστε | υπνωτιζόσασταν / υπνωτιζόσαστε | υπνωτίζονταν / υπνωτιζόντουσαν |
| Αόριστος | υπνωτίστηκα | υπνωτίστηκες | υπνωτίστηκε | υπνωτιστήκαμε | υπνωτιστήκατε | υπνωτίστηκαν / υπνωτιστήκαν / υπνωτιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα υπνωτίζομαι / θα υπνωτιστώ | θα υπνωτίζεσαι / θα υπνωτιστείς | θα υπνωτίζεται / θα υπνωτιστεί | θα υπνωτιζόμαστε / θα υπνωτιστούμε | θα υπνωτίζεστε / θα υπνωτιστείτε | θα υπνωτίζονται / θα υπνωτιστούν / θα υπνωτιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω υπνωτιστεί | έχεις υπνωτιστεί | έχει υπνωτιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπνωτιστεί | είχες υπνωτιστεί | είχε υπνωτιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπνωτιστεί / να υπνωτίζομαι / να υπνωτιστώ | να έχεις υπνωτιστεί / να υπνωτίζεσαι / να υπνωτιστείς | να έχει υπνωτιστεί / να υπνωτίζεται / να υπνωτιστεί | να υπνωτιζόμαστε / να υπνωτιστούμε | να υπνωτίζεστε / να υπνωτιστείτε | να υπνωτίζονται / να υπνωτιστούν / να υπνωτιστούνε |
| Προστακτική | — | υπνωτίζου / υπνωτίσου | — | — | υπνωτίζεστε / υπνωτιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →