Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπνωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που επιφέρει ύπνωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπνωτικός < αρχαία ελληνική ὑπνωτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπνωτικόςυπνωτικήυπνωτικό
Γενικήυπνωτικούυπνωτικήςυπνωτικού
Αιτιατικήυπνωτικόυπνωτικήυπνωτικό
Κλητικήυπνωτικέυπνωτικήυπνωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπνωτικοίυπνωτικέςυπνωτικά
Γενικήυπνωτικώνυπνωτικώνυπνωτικών
Αιτιατικήυπνωτικούςυπνωτικέςυπνωτικά
Κλητικήυπνωτικοίυπνωτικέςυπνωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →