υπνόσακος
•
- μακρόστενος σάκος από ύφασμα και βαμβάκι ή παρόμοιο υλικό που χρησιμοποιείται σαν πάπλωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπνόσακος < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική sleeping bag < sleeping & bag, ύπν(ος) + -ό- + σάκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπνόσακος | υπνόσακοι |
| Γενική | υπνόσακου | υπνόσακων |
| Αιτιατική | υπνόσακο | υπνόσακους |
| Κλητική | υπνόσακε | υπνόσακοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →