υποαπασχολούμενος
•
- που υποαπασχολείται, που εργάζεται αποσπασματικά, ασταθώς, διακεκομμένα, με μεγάλα διαστήματα ανεργίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποαπασχολούμενος < μετοχή ενεστώτα μεσοπαθητικής φωνής του υποαπασχολούμαι
Άλλοι τύποι
υποαπασχολούμεναυποαπασχολούμενευποαπασχολούμενεςυποαπασχολούμενηυποαπασχολούμενηςυποαπασχολούμενουποαπασχολούμενοιυποαπασχολούμενοςυποαπασχολούμενουυποαπασχολούμενουςυποαπασχολούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →