υποβάλλω
•
- καταθέτω ένα έγγραφο σε ανώτερη αρχή Βικιλεξικό
- υποβάλλω μία πρόταση, αίτηση, αναφορά
- Στις περιπτώσεις αυτές παραχωρείται άδεια διαμονής μισθωτού ή αυτοεργοδοτούμενου. Οι αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού σφραγίζονται από το Τμήμα Εργασίας. Το 2004 υποβλήθηκαν 5.292 αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού, κυρίως από Έλληνες ( 1.796 ) , Πολωνούς ( 1.131 ) και ... (Ετήσια Έκθεσις γραφείου δημοσίων πληροφοριών δια το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Κύπρος, 2004, σελ. 127)
- Στο σημείο αυτό όμως ο Γούναρης έκανε νεύμα προς τον Μπαλτατζή ώστε εκείνος να μην συμφωνήσει με τα λεγόμενα του πατέρα μου, ο οποίος, αντιλαμβανόμενος την κίνηση είπε: «Αυτό δεν είναι ούτε γνώμη συμβουλίου, ούτε διαιτησία, αλλά καραγκιόζ μπερντές!», και αμέσως μετά υπέβαλε την παραίτησή του. (Βασίλης Ι. Τζανακάρης, Εις θάνατον!, εκδ. Μεταίχμιο, 2014)
- αναγκάζω κάποιον να υποστεί κάτι Βικιλεξικό
- τον υπέβαλαν σε φοβερά βασανιστήρια
- σχηματίζω στον ψυχικό κόσμο κάποιου μια ιδέα ή εντύπωση με έμμεσο τρόπο Βικιλεξικό
- ο συγγραφέας υποβάλλει την εντύπωση ...
- καθηλώνω κάποιον με ένα έργο τέχνης Βικιλεξικό
- με υποβάλλει αυτή η μουσική
Ετυμολογία
υποβάλλω < αρχαία ελληνική ὑποβάλλω < ὑπό + βάλλω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →