υποβαστάζω
•
- κυριολεκτικάστηρίζω κάτι, τοποθετώ στήριγμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροσφέρω βοήθεια σε κάποιον, τον στηρίζω στη στάση και βάδισή του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποβαστάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑποβαστάζω < αρχαία ελληνική ὑπό (υπο-) + βαστάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποβαστάζω | υποβαστάζεις | υποβαστάζει | υποβαστάζουμε | υποβαστάζετε | υποβαστάζουν / υποβαστάζουνε |
| Παρατατικός | υποβάσταζα | υποβάσταζες | υποβάσταζε | υποβαστάζαμε | υποβαστάζατε | υποβάσταζαν / υποβαστάζαν / υποβαστάζανε |
| Αόριστος | υποβάσταξα | υποβάσταξες | υποβάσταξε | υποβαστάξαμε | υποβαστάξατε | υποβάσταξαν / υποβαστάξαν / υποβαστάξανε |
| Μέλλοντας | θα υποβαστάζω / θα υποβαστάξω | θα υποβαστάζεις / θα υποβαστάξεις | θα υποβαστάζει / θα υποβαστάξει | θα υποβαστάζουμε / θα υποβαστάξουμε | θα υποβαστάζετε / θα υποβαστάξετε | θα υποβαστάζουν / θα υποβαστάζουνε / θα υποβαστάξουν / θα υποβαστάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω υποβαστάξει | έχεις υποβαστάξει | έχει υποβαστάξει | έχουμε υποβαστάξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποβαστάξει | είχες υποβαστάξει | είχε υποβαστάξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποβαστάξει / να υποβαστάζω / να υποβαστάξω | να έχεις υποβαστάξει / να υποβαστάζεις / να υποβαστάξεις | να έχει υποβαστάξει / να υποβαστάζει / να υποβαστάξει | να έχουμε υποβαστάξει / να υποβαστάζουμε / να υποβαστάξουμε | να υποβαστάζετε / να υποβαστάξετε | να υποβαστάζουν / να υποβαστάζουνε / να υποβαστάξουν / να υποβαστάξουνε |
| Προστακτική | — | υποβάσταζε / υποβάσταξε | — | — | υποβαστάζετε / υποβαστάξτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
υποβαστάχτηκαυποβαστάζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →