Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποβοηθώ

ρήμα
•
  1. βοηθάω επικουρικά, διευκολύνω Βικιλεξικό
    • Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει πάντα η ενασχόληση των παιδιών με θέματα διακειμενικότητας, η οποία πολλές φορές υποβοηθείται από ερωτήσεις του τύπου «αυτό το βιβλίο / πρόσωπο σας θυμίζει έντονα κάποιο άλλο; (Αγγελική Γιαννικοπούλου, Το εικονογραφημένο βιβλίο στην προσχολική εκπαίδευση, εκδ. Πατάκης, 2016, σελ. 1986)

Ετυμολογία

υποβοηθώ < μεσαιωνική ελληνική υποβοηθώ < υπο- + βοηθώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυποβοηθάω / υποβοηθώυποβοηθάςυποβοηθά / υποβοηθάειυποβοηθάμε / υποβοηθούμευποβοηθάτευποβοηθάν / υποβοηθάνε / υποβοηθούν / υποβοηθούνε
Παρατατικόςυποβοηθούσαυποβοηθούσεςυποβοηθούσευποβοηθούσαμευποβοηθούσατευποβοηθούσαν / υποβοηθούσανε
Αόριστοςυποβοήθησαυποβοήθησεςυποβοήθησευποβοηθήσαμευποβοηθήσατευποβοήθησαν / υποβοηθήσαν / υποβοηθήσανε
Μέλλονταςθα υποβοηθάω / θα υποβοηθήσω / θα υποβοηθώθα υποβοηθάς / θα υποβοηθήσειςθα υποβοηθά / θα υποβοηθάει / θα υποβοηθήσειθα υποβοηθάμε / θα υποβοηθήσουμε / θα υποβοηθούμεθα υποβοηθάτε / θα υποβοηθήσετεθα υποβοηθάν / θα υποβοηθάνε / θα υποβοηθήσουν / θα υποβοηθήσουνε / θα υποβοηθούν / θα υποβοηθούνε
Παρακείμενοςέχω υποβοηθήσειέχεις υποβοηθήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα υποβοηθήσει—————
Υποτακτικήνα έχω υποβοηθήσει / να υποβοηθάω / να υποβοηθήσω / να υποβοηθώνα έχεις υποβοηθήσει / να υποβοηθάς / να υποβοηθήσειςνα υποβοηθά / να υποβοηθάει / να υποβοηθήσεινα υποβοηθάμε / να υποβοηθήσουμε / να υποβοηθούμενα υποβοηθάτε / να υποβοηθήσετενα υποβοηθάν / να υποβοηθάνε / να υποβοηθήσουν / να υποβοηθήσουνε / να υποβοηθούν / να υποβοηθούνε
Προστακτική—υποβοήθα / υποβοήθαγε / υποβοήθησε——υποβοηθάτε / υποβοηθήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →