Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποβρυχιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με υποβρύχιο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποβρυχιακός < υποβρύχιο + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποβρυχιακόςυποβρυχιακήυποβρυχιακό
Γενικήυποβρυχιακούυποβρυχιακήςυποβρυχιακού
Αιτιατικήυποβρυχιακόυποβρυχιακήυποβρυχιακό
Κλητικήυποβρυχιακέυποβρυχιακήυποβρυχιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποβρυχιακοίυποβρυχιακέςυποβρυχιακά
Γενικήυποβρυχιακώνυποβρυχιακώνυποβρυχιακών
Αιτιατικήυποβρυχιακούςυποβρυχιακέςυποβρυχιακά
Κλητικήυποβρυχιακοίυποβρυχιακέςυποβρυχιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →