υπογείως
•
- κάτω από την επιφάνεια της γης Βικιλεξικό
- μεταφορικάμε δόλιο, ύπουλο ή κρυφό τρόπο Βικιλεξικό
- προτιμά να δρα και να κινείται υπογείως
Ετυμολογία
υπογείως < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →