υπογειώνω
•
- κυριολεκτικάκάνω κάτι υπόγειο, να βρίσκεται ή να περνά κάτω από το έδαφος Βικιλεξικό
- Τουλάχιστον, ανακατασκευάζοντας τα πεζοδρόμια να υπογειώσουν τις απολήξεις υδρορροών.(*)
- μεταφορικάκρύβω κάτι, δεν το εκθέτω ξεκάθαρα και απαιτείται προσπάθεια για να ανακαλυφθεί ή να γίνει κατανοητό Βικιλεξικό
- Η ισορροπία αυτή του συνθέματος στηρίζεται στην υπογειωμένη αξιοποίηση του αριθμού επτά ως οργανωτικού άξονα, στις ηχητικές ανταποκρίσεις και τα σταθερά σχήματα επαλληλίας, στην άκρως εκλεπτυσμένη εσωτερική αρμονία των στίχων και των στροφών και, κυρίως, στο σχήμα του κύκλου και της καρκινικού τύπου αριθμητικής δόμησης. (Ευριπίδης Γαραντούδης, Το ερωτικό μπεστ-σέλερ της ελληνικής μοντέρνας ποίησης: το Μονόγραμμα του Ελύτη και η πρόσληψή του)
Ετυμολογία
υπογειώνω < υπόγειος + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπογειώνω | υπογειώνεις | υπογειώνει | υπογειώνουμε | υπογειώνετε | υπογειώνουν / υπογειώνουνε |
| Παρατατικός | υπογείωνα | υπογείωνες | υπογείωνε | υπογειώναμε | υπογειώνατε | υπογείωναν / υπογειώναν / υπογειώνανε |
| Αόριστος | υπογείωσα | υπογείωσες | υπογείωσε | υπογειώσαμε | υπογειώσατε | υπογείωσαν / υπογειώσαν / υπογειώσανε |
| Μέλλοντας | θα υπογειώνω / θα υπογειώσω | θα υπογειώνεις / θα υπογειώσεις | θα υπογειώνει / θα υπογειώσει | θα υπογειώνουμε / θα υπογειώσουμε | θα υπογειώνετε / θα υπογειώσετε | θα υπογειώνουν / θα υπογειώνουνε / θα υπογειώσουν / θα υπογειώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπογειώσει | έχεις υπογειώσει | έχει υπογειώσει | έχουμε υπογειώσει | έχετε υπογειώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπογειώσει | είχες υπογειώσει | είχε υπογειώσει | είχαμε υπογειώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπογειώσει / να υπογειώνω / να υπογειώσω | να έχεις υπογειώσει / να υπογειώνεις / να υπογειώσεις | να έχει υπογειώσει / να υπογειώνει / να υπογειώσει | να έχουμε υπογειώσει / να υπογειώνουμε / να υπογειώσουμε | να έχετε υπογειώσει / να υπογειώνετε / να υπογειώσετε | να υπογειώνουν / να υπογειώνουνε / να υπογειώσουν / να υπογειώσουνε |
| Προστακτική | — | υπογείωνε / υπογείωσε | — | — | υπογειώνετε / υπογειώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →