Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπογλυκαιμικός

/i.po.ɣli.ce.miˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με την υπογλυκαιμία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ασθενής που πάσχει από υπογλυκαιμία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπογλυκαιμικός < υπογλυκαιμία + ικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική hypoglycémie < αρχαία ελληνική γλυκύς + αἷμα)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπογλυκαιμικόςυπογλυκαιμικήυπογλυκαιμικό
Γενικήυπογλυκαιμικούυπογλυκαιμικήςυπογλυκαιμικού
Αιτιατικήυπογλυκαιμικόυπογλυκαιμικήυπογλυκαιμικό
Κλητικήυπογλυκαιμικέυπογλυκαιμικήυπογλυκαιμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπογλυκαιμικοίυπογλυκαιμικέςυπογλυκαιμικά
Γενικήυπογλυκαιμικώνυπογλυκαιμικώνυπογλυκαιμικών
Αιτιατικήυπογλυκαιμικούςυπογλυκαιμικέςυπογλυκαιμικά
Κλητικήυπογλυκαιμικοίυπογλυκαιμικέςυπογλυκαιμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →