υπογονιμότητα
•
- ιατρικήη ιδιότητα ή η κατάσταση του υπογόνιμου Βικιλεξικό
- Η υπογονιμότητα προσβάλλει το 10-15% των ζευγαριών αναπαραγωγικής ηλικίας, με τις μισές από τις περιπτώσεις να οφείλονται σε μειωμένη ικανότητα γονιμοποίησης των ανδρών. (*)
Ετυμολογία
υπογονιμότητα < υπογόνιμος + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπογονιμότητα | υπογονιμότητες |
| Γενική | υπογονιμότητας | υπογονιμοτήτων / υπογονιμοτητών |
| Αιτιατική | υπογονιμότητα | υπογονιμότητες |
| Κλητική | υπογονιμότητα | υπογονιμότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →