υπογραμμίζω
•
- σημαδεύω κάποιο κείμενο βάζοντας μια γραμμή από κάτω Βικιλεξικό
- υπογραμμίζω τις ενδιαφέρουσες λέξεις και φράσεις για να τις ξαναβρώ εύκολα αργότερα
- δίνω έμφαση σε κάτι Βικιλεξικό
- στις ομιλίες του, υπογραμμίζει τη σημασία της πράσινης ανάπτυξης
Ετυμολογία
υπογραμμίζω < υπό + γραμμή
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπογραμμίζω | υπογραμμίζεις | υπογραμμίζει | υπογραμμίζουμε | υπογραμμίζετε | υπογραμμίζουν / υπογραμμίζουνε |
| Παρατατικός | υπογράμμιζα | υπογράμμιζες | υπογράμμιζε | υπογραμμίζαμε | υπογραμμίζατε | υπογράμμιζαν / υπογραμμίζαν / υπογραμμίζανε |
| Αόριστος | υπογράμμισα | υπογράμμισες | υπογράμμισε | υπογραμμίσαμε | υπογραμμίσατε | υπογράμμισαν / υπογραμμίσαν / υπογραμμίσανε |
| Μέλλοντας | θα υπογραμμίζω / θα υπογραμμίσω | θα υπογραμμίζεις / θα υπογραμμίσεις | θα υπογραμμίζει / θα υπογραμμίσει | θα υπογραμμίζουμε / θα υπογραμμίσουμε | θα υπογραμμίζετε / θα υπογραμμίσετε | θα υπογραμμίζουν / θα υπογραμμίζουνε / θα υπογραμμίσουν / θα υπογραμμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπογραμμίσει | έχεις υπογραμμίσει | έχει υπογραμμίσει | έχουμε υπογραμμίσει | έχετε υπογραμμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπογραμμίσει | είχες υπογραμμίσει | είχε υπογραμμίσει | είχαμε υπογραμμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπογραμμίσει / να υπογραμμίζω / να υπογραμμίσω | να έχεις υπογραμμίσει / να υπογραμμίζεις / να υπογραμμίσεις | να έχει υπογραμμίσει / να υπογραμμίζει / να υπογραμμίσει | να έχουμε υπογραμμίσει / να υπογραμμίζουμε / να υπογραμμίσουμε | να έχετε υπογραμμίσει / να υπογραμμίζετε / να υπογραμμίσετε | να υπογραμμίζουν / να υπογραμμίζουνε / να υπογραμμίσουν / να υπογραμμίσουνε |
| Προστακτική | — | υπογράμμιζε / υπογράμμισε | — | — | υπογραμμίζετε / υπογραμμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →