Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπογραμμίζω

ρήμα
•
  1. σημαδεύω κάποιο κείμενο βάζοντας μια γραμμή από κάτω Βικιλεξικό
    • υπογραμμίζω τις ενδιαφέρουσες λέξεις και φράσεις για να τις ξαναβρώ εύκολα αργότερα
  2. δίνω έμφαση σε κάτι Βικιλεξικό
    • στις ομιλίες του, υπογραμμίζει τη σημασία της πράσινης ανάπτυξης

Ετυμολογία

υπογραμμίζω < υπό + γραμμή

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυπογραμμίζωυπογραμμίζειςυπογραμμίζειυπογραμμίζουμευπογραμμίζετευπογραμμίζουν / υπογραμμίζουνε
Παρατατικόςυπογράμμιζαυπογράμμιζεςυπογράμμιζευπογραμμίζαμευπογραμμίζατευπογράμμιζαν / υπογραμμίζαν / υπογραμμίζανε
Αόριστοςυπογράμμισαυπογράμμισεςυπογράμμισευπογραμμίσαμευπογραμμίσατευπογράμμισαν / υπογραμμίσαν / υπογραμμίσανε
Μέλλονταςθα υπογραμμίζω / θα υπογραμμίσωθα υπογραμμίζεις / θα υπογραμμίσειςθα υπογραμμίζει / θα υπογραμμίσειθα υπογραμμίζουμε / θα υπογραμμίσουμεθα υπογραμμίζετε / θα υπογραμμίσετεθα υπογραμμίζουν / θα υπογραμμίζουνε / θα υπογραμμίσουν / θα υπογραμμίσουνε
Παρακείμενοςέχω υπογραμμίσειέχεις υπογραμμίσειέχει υπογραμμίσειέχουμε υπογραμμίσειέχετε υπογραμμίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα υπογραμμίσειείχες υπογραμμίσειείχε υπογραμμίσειείχαμε υπογραμμίσει——
Υποτακτικήνα έχω υπογραμμίσει / να υπογραμμίζω / να υπογραμμίσωνα έχεις υπογραμμίσει / να υπογραμμίζεις / να υπογραμμίσειςνα έχει υπογραμμίσει / να υπογραμμίζει / να υπογραμμίσεινα έχουμε υπογραμμίσει / να υπογραμμίζουμε / να υπογραμμίσουμενα έχετε υπογραμμίσει / να υπογραμμίζετε / να υπογραμμίσετενα υπογραμμίζουν / να υπογραμμίζουνε / να υπογραμμίσουν / να υπογραμμίσουνε
Προστακτική—υπογράμμιζε / υπογράμμισε——υπογραμμίζετε / υπογραμμίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →