υπογραφή
•
- η ιδιόχειρη αναγραφή του ονόματός μου, συνήθως με έναν ιδιαίτερο προσωπικό τρόπο που είναι δύσκολο να αντιγραφεί Βικιλεξικό
- η ενέργεια με την οποία επικυρώνει κάποιος ένα επίσημο έγγραφο, π.χ συμβόλαιο, διακρατική συμφωνία κ.λπ. Βικιλεξικό
- το απόγευμα θα πάμε στο συμβολαιογράφο για την υπογραφή των συμβολαίων
- Είχε προηγηθεί στην Αθήνα η υπογραφή δυο εξίσου σημαντικών για την πορεία των διμερών σχέσεων Συμφωνιών, η μια για την εποχική απασχόληση εργατικού δυναμικού από τη Βουλγαρία και η άλλη για την επανεισδοχή στη Βουλγαρία προσώπων που εισήλθαν και παραμένουν παρανόμως στην Ελλάδα. (Βαλκανικά σύμμεικτα, τόμος 8, 1996, σελ. 270, 1996)
- μεταφορικάοτιδήποτε χρησιμοποιείται για να δηλωθεί η πατρότητα μιας ενέργειας Βικιλεξικό
- κατ' επέκτασηενδείξεις οι οποίες υποδηλώνουν την πατρότητα μιας ενέργειας ή αντικειμένου Βικιλεξικό
- πληροφορικήένα μοτίβο που χρησιμοποιείται για να αναγνωριστεί η ταυτότητα ενός ιού Βικιλεξικό
- προγραμματισμόςτο πλήθος (η τάξη) και ο τύπος των παραμέτρων, που δηλώνονται στην επικεφαλίδα μιάς συνάρτησης ή μεθόδου. Καλείται υπογραφή, διότι αυτά είναι τα στοιχεία που ξεχωρίζουν συναρτήσεις ή μεθόδους με το ίδιο όνομα Βικιλεξικό
- Οι συναρτήσεις: int add(int a, int b) {return a + b; } και float add(float a, float b) {return a + b; } έχουν το ίδιο όνομα (add) αλλά διαφορετική υπογραφή (int, int) και (float, float) αντίστοιχα
Ετυμολογία
υπογραφή < ελληνιστική ὑπογραφή < ὑπογράφω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπογραφή | υπογραφές |
| Γενική | υπογραφής | υπογραφών |
| Αιτιατική | υπογραφή | υπογραφές |
| Κλητική | υπογραφή | υπογραφές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →