υποδαπέδιος
•
- νεολογισμόςπου βρίσκεται κάτω από το δάπεδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποδαπέδιος < υπο- + δάπεδο + -ιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υποδαπέδιος | υποδαπέδια | υποδαπέδιο |
| Γενική | υποδαπέδιου | υποδαπέδιας | υποδαπέδιου |
| Αιτιατική | υποδαπέδιο | υποδαπέδια | υποδαπέδιο |
| Κλητική | υποδαπέδιε | υποδαπέδια | υποδαπέδιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υποδαπέδιοι | υποδαπέδιες | υποδαπέδια |
| Γενική | υποδαπέδιων | υποδαπέδιων | υποδαπέδιων |
| Αιτιατική | υποδαπέδιους | υποδαπέδιες | υποδαπέδια |
| Κλητική | υποδαπέδιοι | υποδαπέδιες | υποδαπέδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →