Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποδετήριον

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. καθαρεύουσαξύλινο, πλαστικό ή μεταλλικό εργαλείο σε σχήμα γλώσσας, που διευκολύνει το να φοράει / εφαρμόζει κάποιος το παπούτσι στο πόδι του Βικιλεξικό
  2. καθαρεύουσαδερμάτινη ή πάνινη λωρίδα προσαρμοσμένη στο πίσω μέρος υποδήματος, για να εισέρχεται ευκολότερα το πόδι σʼ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποδετήριον < αρχαία ελληνική ὑποδέω + -τήριον

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →