υποδετήριον
•
- καθαρεύουσαξύλινο, πλαστικό ή μεταλλικό εργαλείο σε σχήμα γλώσσας, που διευκολύνει το να φοράει / εφαρμόζει κάποιος το παπούτσι στο πόδι του Βικιλεξικό
- καθαρεύουσαδερμάτινη ή πάνινη λωρίδα προσαρμοσμένη στο πίσω μέρος υποδήματος, για να εισέρχεται ευκολότερα το πόδι σʼ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποδετήριον < αρχαία ελληνική ὑποδέω + -τήριον
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →