υποδηματοπώλης
•
- επάγγελμααυτός που έχει ως επάγγελμα να πουλάει παπούτσια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποδηματοπώλης < υποδήματ(ος) + -ο- + -πώλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποδηματοπώλης | υποδηματοπώλες |
| Γενική | υποδηματοπώλη | υποδηματοπωλών |
| Αιτιατική | υποδηματοπώλη | υποδηματοπώλες |
| Κλητική | υποδηματοπώλη | υποδηματοπώλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →