Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποδηματοπώλης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που έχει ως επάγγελμα να πουλάει παπούτσια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποδηματοπώλης < υποδήματ(ος) + -ο- + -πώλης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυποδηματοπώληςυποδηματοπώλες
Γενικήυποδηματοπώληυποδηματοπωλών
Αιτιατικήυποδηματοπώληυποδηματοπώλες
Κλητικήυποδηματοπώληυποδηματοπώλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →