υποδιαιρώ
•
- διαιρώ σε μικρότερα μέρη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποδιαιρώ < αρχαία ελληνική ὑποδιαιρέω-ῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποδιαιρώ | υποδιαιρείς | υποδιαιρεί | υποδιαιρούμε | υποδιαιρείτε | υποδιαιρούν / υποδιαιρούνε |
| Παρατατικός | υποδιαιρούσα | υποδιαιρούσες | υποδιαιρούσε | υποδιαιρούσαμε | υποδιαιρούσατε | υποδιαιρούσαν / υποδιαιρούσανε |
| Αόριστος | υποδιαίρεσα | υποδιαίρεσες | υποδιαίρεσε | υποδιαιρέσαμε | υποδιαιρέσατε | υποδιαίρεσαν / υποδιαιρέσαν / υποδιαιρέσανε |
| Μέλλοντας | θα υποδιαιρέσω / θα υποδιαιρώ | θα υποδιαιρέσεις / θα υποδιαιρείς | θα υποδιαιρέσει / θα υποδιαιρεί | θα υποδιαιρέσουμε / θα υποδιαιρούμε | θα υποδιαιρέσετε / θα υποδιαιρείτε | θα υποδιαιρέσουν / θα υποδιαιρέσουνε / θα υποδιαιρούν / θα υποδιαιρούνε |
| Παρακείμενος | έχω υποδιαιρέσει | έχεις υποδιαιρέσει | έχει υποδιαιρέσει | έχουμε υποδιαιρέσει | έχετε υποδιαιρέσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποδιαιρέσει | είχες υποδιαιρέσει | είχε υποδιαιρέσει | είχαμε υποδιαιρέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποδιαιρέσει / να υποδιαιρέσω / να υποδιαιρώ | να έχεις υποδιαιρέσει / να υποδιαιρέσεις / να υποδιαιρείς | να έχει υποδιαιρέσει / να υποδιαιρέσει / να υποδιαιρεί | να έχουμε υποδιαιρέσει / να υποδιαιρέσουμε / να υποδιαιρούμε | να έχετε υποδιαιρέσει / να υποδιαιρέσετε / να υποδιαιρείτε | να υποδιαιρέσουν / να υποδιαιρέσουνε / να υποδιαιρούν / να υποδιαιρούνε |
| Προστακτική | — | υποδιαίρει / υποδιαίρεσε | — | — | υποδιαιρέστε / υποδιαιρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →