υποδουλωμένος
•
- που έχει υποδουλωθεί, που βρίσκεται τώρα ή σε κάποια άλλη χρονικη στιγμή σε κατάσταση δουλείας Βικιλεξικό
- Το ξανθό γένος ήταν η μεγάλη ελπίδα των υποδουλωμένων Ελλήνων και η αναμονή του πότε επιβραβευόταν και πότε όχι. ... Οι υπόδουλοι συχνά απογοητεύτηκαν και μερικές φορές αισθάνθηκαν ότι προδόθηκαν από την τσαρική ρωσική ηγεσία. Π.χ. στα Ορλωφικά. Άλλες πάλι φορές η Ρωσία παρείχε έμμεσα χείρα βοηθείας ή αποδοκίμαζε, ανάλογα με τα συμφέροντά της, τις ελπίδες των εξεγερμένων. (Το ξανθό γένος, Καθημερινή, 29/11/2015 https://www.kathimerini.gr/opinion/840397/to-xantho-genos/)
Ετυμολογία
υποδουλωμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου υποδουλώνω
Άλλοι τύποι
υποδουλωμέναυποδουλωμένευποδουλωμένεςυποδουλωμένηυποδουλωμένηςυποδουλωμένουποδουλωμένοιυποδουλωμένοςυποδουλωμένουυποδουλωμένουςυποδουλωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →