υποδουλώνομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος υποδουλώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποδουλώνομαι | υποδουλώνεσαι | υποδουλώνεται | υποδουλωνόμαστε | υποδουλώνεστε | υποδουλώνονται |
| Παρατατικός | υποδουλωνόμουν / υποδουλωνόμουνα | υποδουλωνόσουν / υποδουλωνόσουνα | υποδουλωνόταν / υποδουλωνότανε | υποδουλωνόμασταν / υποδουλωνόμαστε | υποδουλωνόσασταν / υποδουλωνόσαστε | υποδουλωνόντουσαν / υποδουλώνονταν |
| Αόριστος | υποδουλώθηκα | υποδουλώθηκες | υποδουλώθηκε | υποδουλωθήκαμε | υποδουλωθήκατε | υποδουλωθήκαν / υποδουλωθήκανε / υποδουλώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα υποδουλωθώ / θα υποδουλώνομαι | θα υποδουλωθείς / θα υποδουλώνεσαι | θα υποδουλωθεί / θα υποδουλώνεται | θα υποδουλωθούμε / θα υποδουλωνόμαστε | θα υποδουλωθείτε / θα υποδουλώνεστε | θα υποδουλωθούν / θα υποδουλωθούνε / θα υποδουλώνονται |
| Παρακείμενος | έχω υποδουλωθεί | έχεις υποδουλωθεί | έχει υποδουλωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποδουλωθεί | είχες υποδουλωθεί | είχε υποδουλωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποδουλωθεί / να υποδουλωθώ / να υποδουλώνομαι | να έχεις υποδουλωθεί / να υποδουλωθείς / να υποδουλώνεσαι | να έχει υποδουλωθεί / να υποδουλωθεί / να υποδουλώνεται | να υποδουλωθούμε / να υποδουλωνόμαστε | να υποδουλωθείτε / να υποδουλώνεστε | να υποδουλωθούν / να υποδουλωθούνε / να υποδουλώνονται |
| Προστακτική | — | υποδουλώνου / υποδουλώσου | — | — | υποδουλωθείτε / υποδουλώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →