υποδύομαι
•
- παίζω έναν ρόλο σε θεατρικό, κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό έργο, παριστάνω ένα πρόσωπο Βικιλεξικό
- χαιρέτησε τον Ραγκούση αμήχανα και του έδειξε να καθίσει απέναντί του, σε μια πολυθρόνα από μπαμπού, πανομοιότυπη μ' εκείνην όπου άραζε η Σιλβί Κριστέλ ξώβυζη , όποτε υποδυόταν την Εμμανουέλα. (Πέτρος Τατσόπουλος, Η κυρία που λυπάται, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
- προσποιούμαι ότι είμαι κάποιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποδύομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑποδύομαι, μέση φωνή του ὑποδύω < ὑπό (υπο- + δύω)
Άλλοι τύποι
υποδυθώυποδυόμενοςυποδυόμουνυποδύθηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →