υποζύγιο
•
- λόγιοζώο που χρησιμοποιείται για την έλξη τροχοφόρων, να μεταφέρει φορτία και για άλλες εργασίες που απαιτούν μεγάλη σωματική δύναμη Βικιλεξικό
- Ζεύγος κωνικών φίμωτρων από καλάμι. Τις κατασκευές αποτελούν πλοχμοί, που συνδέονται στην κορυφή, αναπτύσσονται ακτινωτά και στερεώνονται σε δύο παράλληλα στεφάνια από το ίδιο υλικό, σχηματίζοντας αραιό πλέγμα. Τα αντικείμενα τοποθετούνταν στα υποζύγια (βόδια), ιδιαίτερα, κατά τη διάρκεια του αλωνίσματος για να αποτρέπονται από την κατανάλωση μεγάλης ποσότητας σιτηρών. (περιοδικό Αγρότης, τεύχος 457, έτος 68, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2012, σελ. 64 https://www.moa.gov.cy/moa/wdd/wdd.nsf/All/E12B994850CA71CCC22582950022ED89/$file/AGROTHS_Dec_2012.pdf?OpenElement)
- μεταφορικάπρόσωπο ή σύνολο ανθρώπων που επιβαρύνεται, συνήθως οικονομικώς Βικιλεξικό
- Φορολογικά υποζύγια.
Ετυμολογία
υποζύγιο < (διαχρονικό δάνειο) νέα ελληνική ὑποζύγιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποζύγιο | υποζύγια |
| Γενική | υποζυγίου / υποζύγιου | υποζυγίων |
| Αιτιατική | υποζύγιο | υποζύγια |
| Κλητική | υποζύγιο | υποζύγια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →