υπόθεμα
•
- οτιδήποτε τοποθετείται ως βάση ή υποστήριγμα κάτω από κάτι άλλο Βικιλεξικό
- φαρμακευτικό παρασκεύασμα στερεάς μορφής που εισάγεται με το χέρι ή με ειδικό εργαλείο στον πρωκτό ή τον κολεό Βικιλεξικό
- το κατώτερο τμήμα του κορμού του δέντρου (εκεί που βρίσκονται οι ρίζες) στο οποίο προσκολλάται το εμβόλιο κατά τον εμβολιασμό, δίνοντας, έτσι, ένα νέο φυτό Βικιλεξικό
- ιατρικήεγκεφαλικό τμήμα Βικιλεξικό
- φυσικήυλικό ή φορτίο που τοποθετείται μέσα σε ένα πεδίο (π.χ. ηλεκτρικό ή μαγνητικό) και υφίσταται τις επιδράσεις του, λειτουργώντας ως δέκτης των δυνάμεων που αυτό ασκεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπόθεμα < ελληνιστική κοινή ὑπόθεμα < αρχαία ελληνική ὑποτίθημι < ὑπό + τίθημι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπόθεμα | υποθέματα |
| Γενική | υποθέματος | υποθεμάτων |
| Αιτιατική | υπόθεμα | υποθέματα |
| Κλητική | υπόθεμα | υποθέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →