υποθερμαίνω
•
- λόγιοκαθιστώ κάποιον ή κάτι υπόθερμο(ς) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποθερμαίνω < ελληνιστική κοινή ὑποθερμαίνω < αρχαία ελληνική ὑπόθερμος < ὑπό + θερμός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποθερμαίνω | υποθερμαίνεις | υποθερμαίνει | υποθερμαίνουμε | υποθερμαίνετε | υποθερμαίνουν / υποθερμαίνουνε |
| Παρατατικός | υποθέρμαινα | υποθέρμαινες | υποθέρμαινε | υποθερμαίναμε | υποθερμαίνατε | υποθέρμαιναν / υποθερμαίναν / υποθερμαίνανε |
| Αόριστος | υποθέρμανα | υποθέρμανες | υποθέρμανε | υποθερμάναμε | υποθερμάνατε | υποθέρμαναν / υποθερμάναν / υποθερμάνανε |
| Μέλλοντας | θα υποθερμάνω / θα υποθερμαίνω | θα υποθερμάνεις / θα υποθερμαίνεις | θα υποθερμάνει / θα υποθερμαίνει | θα υποθερμάνουμε / θα υποθερμαίνουμε | θα υποθερμάνετε / θα υποθερμαίνετε | θα υποθερμάνουν / θα υποθερμάνουνε / θα υποθερμαίνουν / θα υποθερμαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω υποθερμάνει | έχεις υποθερμάνει | έχει υποθερμάνει | έχουμε υποθερμάνει | έχετε υποθερμάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποθερμάνει | είχες υποθερμάνει | είχε υποθερμάνει | είχαμε υποθερμάνει | είχατε υποθερμάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω υποθερμάνει / να υποθερμάνω / να υποθερμαίνω | να έχεις υποθερμάνει / να υποθερμάνεις / να υποθερμαίνεις | να έχει υποθερμάνει / να υποθερμάνει / να υποθερμαίνει | να έχουμε υποθερμάνει / να υποθερμάνουμε / να υποθερμαίνουμε | να έχετε υποθερμάνει / να υποθερμάνετε / να υποθερμαίνετε | να υποθερμάνουν / να υποθερμάνουνε / να υποθερμαίνουν / να υποθερμαίνουνε |
| Προστακτική | — | υποθέρμαινε / υποθέρμανε | — | — | υποθερμάνετε / υποθερμαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →