Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποθετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διατυπώνεται σαν υπόθεση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποθετικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποθετικόςυποθετικήυποθετικό
Γενικήυποθετικούυποθετικήςυποθετικού
Αιτιατικήυποθετικόυποθετικήυποθετικό
Κλητικήυποθετικέυποθετικήυποθετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποθετικοίυποθετικέςυποθετικά
Γενικήυποθετικώνυποθετικώνυποθετικών
Αιτιατικήυποθετικούςυποθετικέςυποθετικά
Κλητικήυποθετικοίυποθετικέςυποθετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →