Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποθηκεύω

/i.po.θiˈce.vo/ρήμα
•
  1. νομικός όροςβάζω υποθήκη (κυριολεκτικά και μεταφορικά) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποθηκεύω υποθήκ(η) + -εύω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική hypothéquer < hypothèque < αρχαία ελληνική ὑποθήκη)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυποθηκεύωυποθηκεύειςυποθηκεύειυποθηκεύουμευποθηκεύετευποθηκεύουν / υποθηκεύουνε
Παρατατικόςυποθήκευαυποθήκευεςυποθήκευευποθηκεύαμευποθηκεύατευποθήκευαν / υποθηκεύαν / υποθηκεύανε
Αόριστοςυποθήκευσαυποθήκευσεςυποθήκευσευποθηκεύσαμευποθηκεύσατευποθήκευσαν / υποθηκεύσαν / υποθηκεύσανε
Μέλλονταςθα υποθηκεύσω / θα υποθηκεύωθα υποθηκεύεις / θα υποθηκεύσειςθα υποθηκεύει / θα υποθηκεύσειθα υποθηκεύουμε / θα υποθηκεύσουμεθα υποθηκεύετε / θα υποθηκεύσετεθα υποθηκεύουν / θα υποθηκεύουνε / θα υποθηκεύσουν / θα υποθηκεύσουνε
Παρακείμενοςέχω υποθηκεύσειέχεις υποθηκεύσειέχει υποθηκεύσει———
Υπερσυντέλικοςείχα υποθηκεύσειείχες υποθηκεύσειείχε υποθηκεύσει———
Υποτακτικήνα έχω υποθηκεύσει / να υποθηκεύσω / να υποθηκεύωνα έχεις υποθηκεύσει / να υποθηκεύεις / να υποθηκεύσειςνα έχει υποθηκεύσει / να υποθηκεύει / να υποθηκεύσεινα υποθηκεύουμε / να υποθηκεύσουμενα υποθηκεύετε / να υποθηκεύσετενα υποθηκεύουν / να υποθηκεύουνε / να υποθηκεύσουν / να υποθηκεύσουνε
Προστακτική—έχε υποθηκευμένο / υποθήκευε / υποθήκευσε——υποθηκεύετε / υποθηκεύστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

υποθηκεύτηκαυποθηκεύομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →