υποθηκεύω
•
- νομικός όροςβάζω υποθήκη (κυριολεκτικά και μεταφορικά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποθηκεύω υποθήκ(η) + -εύω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική hypothéquer < hypothèque < αρχαία ελληνική ὑποθήκη)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποθηκεύω | υποθηκεύεις | υποθηκεύει | υποθηκεύουμε | υποθηκεύετε | υποθηκεύουν / υποθηκεύουνε |
| Παρατατικός | υποθήκευα | υποθήκευες | υποθήκευε | υποθηκεύαμε | υποθηκεύατε | υποθήκευαν / υποθηκεύαν / υποθηκεύανε |
| Αόριστος | υποθήκευσα | υποθήκευσες | υποθήκευσε | υποθηκεύσαμε | υποθηκεύσατε | υποθήκευσαν / υποθηκεύσαν / υποθηκεύσανε |
| Μέλλοντας | θα υποθηκεύσω / θα υποθηκεύω | θα υποθηκεύεις / θα υποθηκεύσεις | θα υποθηκεύει / θα υποθηκεύσει | θα υποθηκεύουμε / θα υποθηκεύσουμε | θα υποθηκεύετε / θα υποθηκεύσετε | θα υποθηκεύουν / θα υποθηκεύουνε / θα υποθηκεύσουν / θα υποθηκεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υποθηκεύσει | έχεις υποθηκεύσει | έχει υποθηκεύσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποθηκεύσει | είχες υποθηκεύσει | είχε υποθηκεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποθηκεύσει / να υποθηκεύσω / να υποθηκεύω | να έχεις υποθηκεύσει / να υποθηκεύεις / να υποθηκεύσεις | να έχει υποθηκεύσει / να υποθηκεύει / να υποθηκεύσει | να υποθηκεύουμε / να υποθηκεύσουμε | να υποθηκεύετε / να υποθηκεύσετε | να υποθηκεύουν / να υποθηκεύουνε / να υποθηκεύσουν / να υποθηκεύσουνε |
| Προστακτική | — | έχε υποθηκευμένο / υποθήκευε / υποθήκευσε | — | — | υποθηκεύετε / υποθηκεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
υποθηκεύτηκαυποθηκεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →