υποθηκικός
•
- που έχει σχέση με υποθήκη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποθηκικός < υποθήκη + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υποθηκικός | υποθηκική | υποθηκικό |
| Γενική | υποθηκικού | υποθηκικής | υποθηκικού |
| Αιτιατική | υποθηκικό | υποθηκική | υποθηκικό |
| Κλητική | υποθηκικέ | υποθηκική | υποθηκικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υποθηκικοί | υποθηκικές | υποθηκικά |
| Γενική | υποθηκικών | υποθηκικών | υποθηκικών |
| Αιτιατική | υποθηκικούς | υποθηκικές | υποθηκικά |
| Κλητική | υποθηκικοί | υποθηκικές | υποθηκικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →