υποκαθιστώ
•
- τοποθετώ κάποιον ή κάτι στη θέση του άλλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποκαθιστώ < υπο- + καθιστώ < ελληνιστική κοινή ὑποκαθίστημι με μεταπλασμό κατά το καθίστημι
Άλλοι τύποι
υποκαθίσταμαιυποκαθιστούσαυποκατέστησαυποκαταστήσω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →