υποκατάστημα
•
- δευτερεύον κατάστημα που εξαρτάται από το κύριο ή το κεντρικό κατάστημα Βικιλεξικό
- Τα περισσότερα υποκαταστήματα της περιοχής της πρωτεύουσας είχαν συνδεθεί με το ηλεκτρονικό κέντρο της Τράπεζας, ώστε η κατάθεση, η ανάληψη ή η ενημέρωση του βιβλιαρίου να γίνονται σε σύντομο χρόνο. (Αργυρώ Αγγελοπούλου, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος: ένα Χρονικό, 2002, σελ. 112)
Ετυμολογία
υποκατάστημα < υπο- + κατάστημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποκατάστημα | υποκαταστήματα |
| Γενική | υποκαταστήματος | υποκαταστημάτων |
| Αιτιατική | υποκατάστημα | υποκαταστήματα |
| Κλητική | υποκατάστημα | υποκαταστήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →