Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποκειμενικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που καθορίζεται από την αντίληψη ή τη γνώμη ενός ανθρώπου (ενός υποκειμένου) που αισθάνεται ή σκέφτεται, κρίνει κλπ Βικιλεξικό
    • Το υποκειμενικό αίσθημα του ψύχους δεν εξαρτάται μόνο από τη θερμοκρασία.

Ετυμολογία

υποκειμενικός < υποκείμενο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποκειμενικόςυποκειμενικήυποκειμενικό
Γενικήυποκειμενικούυποκειμενικήςυποκειμενικού
Αιτιατικήυποκειμενικόυποκειμενικήυποκειμενικό
Κλητικήυποκειμενικέυποκειμενικήυποκειμενικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποκειμενικοίυποκειμενικέςυποκειμενικά
Γενικήυποκειμενικώνυποκειμενικώνυποκειμενικών
Αιτιατικήυποκειμενικούςυποκειμενικέςυποκειμενικά
Κλητικήυποκειμενικοίυποκειμενικέςυποκειμενικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →