υποκειμενικός
•
- που καθορίζεται από την αντίληψη ή τη γνώμη ενός ανθρώπου (ενός υποκειμένου) που αισθάνεται ή σκέφτεται, κρίνει κλπ Βικιλεξικό
- Το υποκειμενικό αίσθημα του ψύχους δεν εξαρτάται μόνο από τη θερμοκρασία.
Ετυμολογία
υποκειμενικός < υποκείμενο + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υποκειμενικός | υποκειμενική | υποκειμενικό |
| Γενική | υποκειμενικού | υποκειμενικής | υποκειμενικού |
| Αιτιατική | υποκειμενικό | υποκειμενική | υποκειμενικό |
| Κλητική | υποκειμενικέ | υποκειμενική | υποκειμενικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υποκειμενικοί | υποκειμενικές | υποκειμενικά |
| Γενική | υποκειμενικών | υποκειμενικών | υποκειμενικών |
| Αιτιατική | υποκειμενικούς | υποκειμενικές | υποκειμενικά |
| Κλητική | υποκειμενικοί | υποκειμενικές | υποκειμενικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →