υποκειμενοποιούμαι
•
- γίνομαι υποκειμενικός, ενώ ήμουν αντικειμενικός Βικιλεξικό
- οι αξιες υποκειμενικοποιήθηκαν αλλά αυτό δεν σημαίνει πως χάθηκε η δυνατότητα αντικειμενικής εκτιμησης ή μέτρησής τους
Ετυμολογία
υποκειμενοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος υποκειμενικοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποκειμενοποιούμαι | υποκειμενοποιείσαι | υποκειμενοποιείται | υποκειμενοποιούμαστε | υποκειμενοποιείστε | υποκειμενοποιούνται |
| Παρατατικός | υποκειμενοποιούμουν | υποκειμενοποιούσουν | υποκειμενοποιούνταν | υποκειμενοποιούμασταν / υποκειμενοποιούμαστε | υποκειμενοποιούσασταν / υποκειμενοποιούσαστε | υποκειμενοποιούνταν |
| Αόριστος | υποκειμενοποιήθηκα | υποκειμενοποιήθηκες | υποκειμενοποιήθηκε | υποκειμενοποιηθήκαμε | υποκειμενοποιηθήκατε | υποκειμενοποιήθηκαν / υποκειμενοποιηθήκαν / υποκειμενοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα υποκειμενοποιηθώ / θα υποκειμενοποιούμαι | θα υποκειμενοποιείσαι / θα υποκειμενοποιηθείς | θα υποκειμενοποιείται / θα υποκειμενοποιηθεί | θα υποκειμενοποιηθούμε / θα υποκειμενοποιούμαστε | θα υποκειμενοποιείστε / θα υποκειμενοποιηθείτε | θα υποκειμενοποιηθούν / θα υποκειμενοποιηθούνε / θα υποκειμενοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω υποκειμενοποιηθεί | έχεις υποκειμενοποιηθεί | έχει υποκειμενοποιηθεί | έχουμε υποκειμενοποιηθεί | έχετε υποκειμενοποιηθεί | έχουν υποκειμενοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποκειμενοποιηθεί | είχες υποκειμενοποιηθεί | είχε υποκειμενοποιηθεί | είχαμε υποκειμενοποιηθεί | είχατε υποκειμενοποιηθεί | είχαν υποκειμενοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω υποκειμενοποιηθεί / να υποκειμενοποιηθώ / να υποκειμενοποιούμαι | να έχεις υποκειμενοποιηθεί / να υποκειμενοποιείσαι / να υποκειμενοποιηθείς | να έχει υποκειμενοποιηθεί / να υποκειμενοποιείται / να υποκειμενοποιηθεί | να έχουμε υποκειμενοποιηθεί / να υποκειμενοποιηθούμε / να υποκειμενοποιούμαστε | να έχετε υποκειμενοποιηθεί / να υποκειμενοποιείστε / να υποκειμενοποιηθείτε | να έχουν υποκειμενοποιηθεί / να υποκειμενοποιηθούν / να υποκειμενοποιηθούνε / να υποκειμενοποιούνται |
| Προστακτική | — | υποκειμενοποιήσου | — | — | υποκειμενοποιείστε / υποκειμενοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →