υποκλινής
•
- λόγιοπου υποκλίνεται Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπεριποιητικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποκλινής < ελληνιστική κοινή ὑποκλῐνής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υποκλινής | υποκλινής | υποκλινές |
| Γενική | υποκλινούς | υποκλινούς | υποκλινούς |
| Αιτιατική | υποκλινή | υποκλινή | υποκλινές |
| Κλητική | υποκλινή / υποκλινής | υποκλινής | υποκλινές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υποκλινείς | υποκλινείς | υποκλινή |
| Γενική | υποκλινών | υποκλινών | υποκλινών |
| Αιτιατική | υποκλινείς | υποκλινείς | υποκλινή |
| Κλητική | υποκλινείς | υποκλινείς | υποκλινή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →