Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποκλινής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου υποκλίνεται Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπεριποιητικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποκλινής < ελληνιστική κοινή ὑποκλῐνής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποκλινήςυποκλινήςυποκλινές
Γενικήυποκλινούςυποκλινούςυποκλινούς
Αιτιατικήυποκλινήυποκλινήυποκλινές
Κλητικήυποκλινή / υποκλινήςυποκλινήςυποκλινές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποκλινείςυποκλινείςυποκλινή
Γενικήυποκλινώνυποκλινώνυποκλινών
Αιτιατικήυποκλινείςυποκλινείςυποκλινή
Κλητικήυποκλινείςυποκλινείςυποκλινή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →