υποκλυσμός
•
- διαδικασία κατά την οποία γίνεται εισαγωγή υγρού στο ορθό με καθετήρα, με σκοπό να αδειάσει το περιεχόμενο του εντέρου· κλύσμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποκλυσμός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποκλυσμός | υποκλυσμοί |
| Γενική | υποκλυσμού | υποκλυσμών |
| Αιτιατική | υποκλυσμό | υποκλυσμούς |
| Κλητική | υποκλυσμέ | υποκλυσμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →