Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποκοριστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον υποκορισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποκοριστικός < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποκοριστικόςυποκοριστικήυποκοριστικό
Γενικήυποκοριστικούυποκοριστικήςυποκοριστικού
Αιτιατικήυποκοριστικόυποκοριστικήυποκοριστικό
Κλητικήυποκοριστικέυποκοριστικήυποκοριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποκοριστικοίυποκοριστικέςυποκοριστικά
Γενικήυποκοριστικώνυποκοριστικώνυποκοριστικών
Αιτιατικήυποκοριστικούςυποκοριστικέςυποκοριστικά
Κλητικήυποκοριστικοίυποκοριστικέςυποκοριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →