υποκρύπτομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος υποκρύπτω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποκρύπτομαι | υποκρύπτεσαι | υποκρύπτεται | υποκρυπτόμαστε | υποκρύπτεστε | υποκρύπτονται |
| Παρατατικός | υποκρυπτόμουν / υποκρυπτόμουνα | υποκρυπτόσουν / υποκρυπτόσουνα | υποκρυπτόταν / υποκρυπτότανε | υποκρυπτόμασταν / υποκρυπτόμαστε | υποκρυπτόσασταν / υποκρυπτόσαστε | υποκρυπτόντουσαν / υποκρύπτονταν |
| Αόριστος | υποκρύφτηκα | υποκρύφτηκες | υποκρύφτηκε | υποκρυφτήκαμε | υποκρυφτήκατε | υποκρυφτήκαν / υποκρυφτήκανε / υποκρύφτηκαν |
| Μέλλοντας | θα υποκρυφτώ / θα υποκρύπτομαι | θα υποκρυφτείς / θα υποκρύπτεσαι | θα υποκρυφτεί / θα υποκρύπτεται | θα υποκρυπτόμαστε / θα υποκρυφτούμε | θα υποκρυφτείτε / θα υποκρύπτεστε | θα υποκρυφτούν / θα υποκρυφτούνε / θα υποκρύπτονται |
| Παρακείμενος | έχω υποκρυφτεί | έχεις υποκρυφτεί | έχει υποκρυφτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποκρυφτεί | είχες υποκρυφτεί | είχε υποκρυφτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποκρυφτεί / να υποκρυφτώ / να υποκρύπτομαι | να έχεις υποκρυφτεί / να υποκρυφτείς / να υποκρύπτεσαι | να έχει υποκρυφτεί / να υποκρυφτεί / να υποκρύπτεται | να υποκρυπτόμαστε / να υποκρυφτούμε | να υποκρυφτείτε / να υποκρύπτεστε | να υποκρυφτούν / να υποκρυφτούνε / να υποκρύπτονται |
| Προστακτική | — | υποκρύπτου / υποκρύψου | — | — | υποκρυφτείτε / υποκρύπτεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →