Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπολανθάνω

/i.po.lanˈθa.no/ρήμα
•
  1. αμετάβατουπάρχω χωρίς να γίνομαι φανερός, έκδηλος Βικιλεξικό
    • Κάθε ἠθικὴ προϋποθέτει κάποια ἀνθρωπολογία. Καὶ ἡ ἀνθρωπολογία ποὺ ὑπάρχει ἢ ὑπολανθάνει σὲ κάθε ἠθικὴ προσδιορίζει ἀντίστοιχα καὶ τὸν χαρακτήρα της. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ὑπάρχει καμία αντικειμενικὴ ἢ γενικὰ ἀποδεκτὴ ἀνθρωπολογία, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει καὶ καμία ἀντικειμενικὴ ἢ γενικὰ ἀποδεκτὴ αὐτόνομη ἠθική.

Ετυμολογία

υπολανθάνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑπολανθάνω. Συγχρονικά αναλύεται σε υπο- + λανθάνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυπολανθάνωυπολανθάνειςυπολανθάνειυπολανθάνουμευπολανθάνετευπολανθάνουν / υπολανθάνουνε
Παρατατικόςυπολάνθαναυπολάνθανεςυπολάνθανευπολανθάναμευπολανθάνατευπολάνθαναν / υπολανθάναν / υπολανθάνανε
Μέλλονταςθα υπολανθάνωθα υπολανθάνειςθα υπολανθάνειθα υπολανθάνουμεθα υπολανθάνετεθα υπολανθάνουν / θα υπολανθάνουνε
Υποτακτικήνα υπολανθάνωνα υπολανθάνειςνα υπολανθάνεινα υπολανθάνουμενα υπολανθάνετενα υπολανθάνουν / να υπολανθάνουνε
Προστακτική—υπολάνθανε——υπολανθάνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →