υπολείπομαι
•
- μένω ως υπόλοιπο Βικιλεξικό
- βρίσκομαι σε μειονεκτική θέση σε σχέση με κάτι άλλο, είμαι κατώτερος κάποιου άλλου, υστερώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπολείπομαι < υπό- + λείπομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →